θυραβάθρα

θῠραβάθρα, ,
A companion-ladder in a ship,PLond.3.1164h9(iii A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυραβάθρα — θυραβάθρα, ἡ (Α) σκάλα καθόδου στο εσωτερικό τού πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρα. + βάθρα (< βά θρον < βαίνω), πρβλ. ανα βάθρα, απο βάθρα] …   Dictionary of Greek

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.